Μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις κατά τη λύση ενός γάμου είναι ότι η περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκειά του ανήκει αυτοδικαίως και αποκλειστικά σε όποιον αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό δίκαιο, μέσω του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα, προστατεύει τον σύζυγο που συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου, αναγνωρίζοντας ότι ο γάμος είναι μια κοινωνία βίου που βασίζεται στην αμοιβαία συνδρομή.
Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γεννάται από τη στιγμή που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε αμετάκλητα, ή όταν συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων.
Τι ορίζει ο Νόμος;
Αν η περιουσία του ενός συζύγου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην επαύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της επαύξησης που προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Προϋποθέσεις Γέννησης της Αξίωσης:
- Λύση ή ακύρωση του γάμου (ή 3ετής διάσταση).
- Ύπαρξη περιουσιακής επαύξησης (τελική περιουσία μεγαλύτερη από την αρχική).
- Αιτιώδης σύνδεσμος: Η επαύξηση πρέπει να οφείλεται στη συμβολή του δικαιούχου συζύγου.
Ο νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος τη δυσκολία απόδειξης του ακριβούς ποσοστού συμβολής στις καθημερινές σχέσεις ενός ζευγαριού, θέσπισε ένα μαχητό τεκμήριο.
Σύμφωνα με αυτό, υποτίθεται ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της επαύξησης.
- Τι σημαίνει «μαχητό»: Σημαίνει ότι ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει ότι η συμβολή του ήταν μεγαλύτερη (π.χ. 50% ή και 100%), ενώ ο υπόχρεος μπορεί να αποδείξει ότι ο άλλος σύζυγος είχε μικρότερη ή και καθόλου συμβολή.
Τι ΔΕΝ αποτελεί απόκτημα;
Στον υπολογισμό της επαύξησης δεν περιλαμβάνονται:
- Όσα ο σύζυγος κατείχε πριν από τον γάμο.
- Όσα απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου από κληρονομία, δωρεά ή γονική παροχή (καθώς αυτά δεν θεωρούνται προϊόν της κοινής προσπάθειας των συζύγων).
Η ελληνική νομολογία έχει κάνει σημαντικά βήματα στην αναγνώριση της μη οικονομικής συμβολής. Η συμβολή δεν περιορίζεται μόνο στην παροχή χρημάτων ή κεφαλαίου.
1. Οικονομική Συμβολή
Περιλαμβάνει την καταβολή χρημάτων για την αγορά ακινήτων, την αποπληρωμή δανείων, τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων ή την κάλυψη οικογενειακών δαπανών που επέτρεψαν στον άλλον σύζυγο να αποταμιεύσει.
2. Παροχή Υπηρεσιών στον Οίκο
Αποτελεί την πιο συχνή περίπτωση στη δικαστηριακή πρακτική. Η φροντίδα του σπιτιού, η ανατροφή των παιδιών και η ψυχική στήριξη θεωρούνται υπολογίσιμη συμβολή.Γιατί; Διότι αν ο ένας σύζυγος δεν προσέφερε αυτές τις υπηρεσίες, ο άλλος θα έπρεπε είτε να δαπανήσει χρήματα για να προσλάβει τρίτο πρόσωπο (οικιακή βοηθό, γκουβερνάντα), είτε δεν θα είχε τον χρόνο να αφοσιωθεί στην επαγγελματική του άνοδο και στην απόκτηση περιουσίας.
Η αξίωση στα αποκτήματα είναι μια καθαρά ενοχική απαίτηση (απαίτηση για χρήματα) και όχι δικαίωμα επί του ίδιου του πράγματος. Αυτό ενέχει κινδύνους που απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά
Η Διετής Παραγραφή
Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου. Η παρέλευση αυτής της προθεσμίας οδηγεί σε απώλεια του δικαιώματος, γι’ αυτό η έγκαιρη άσκηση αγωγής είναι επιβεβλημένη.
Ασφαλιστικά Μέτρα και Συντηρητική Κατάσχεση
Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο, μόλις ξεκινήσει η αντιδικία, ο υπόχρεος σύζυγος να προσπαθεί να «εξαφανίσει» τα περιουσιακά του στοιχεία (π.χ. πώληση ακινήτων σε τρίτους, μεταφορές χρημάτων). Ο νόμος δίνει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να ζητήσει:
- Συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
- Προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα.
- Παροχή ασφάλειας (εγγυοδοσία). Αυτά τα μέτρα διασφαλίζουν ότι όταν εκδοθεί η τελική απόφαση, θα υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιηθεί η απαίτηση.
Στη σύγχρονη εποχή, ο προσδιορισμός της περιουσιακής κατάστασης έχει απλουστευθεί αλλά και περιπλεχθεί ταυτόχρονα. Η ανάλυση τραπεζικών κινήσεων, η χρήση πιστωτικών καρτών και η ηλεκτρονική καταγραφή των δαπανών αποτελούν τα «κλειδιά» για την απόδειξη της συμβολής. Η διαφάνεια των συναλλαγών επιτρέπει στα δικαστήρια να διαμορφώνουν μια πολύ πιο ακριβή εικόνα για το πώς χτίστηκε η οικογενειακή περιουσία.
Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα αποτελεί το ύστατο καταφύγιο δικαιοσύνης για τον σύζυγο που, παρά τη συμβολή του, βρίσκεται «ακάλυπτος» ιδιοκτησιακά μετά από ένα διαζύγιο. Η πολυπλοκότητα των υπολογισμών –που συχνά απαιτούν τη σύγκριση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με όρους παρούσας αξίας– καθιστά τη διαδικασία αυτή μια από τις πιο απαιτητικές στο Οικογενειακό Δίκαιο.
Η ισότιμη εκκαθάριση των οικονομικών σχέσεων δεν είναι μόνο νομική επιταγή, αλλά και ηθική αναγνώριση του ρόλου που διαδραμάτισε ο κάθε σύζυγος εντός της έγγαμης συμβίωσης. Η σωστή προετοιμασία και η λεπτομερής καταγραφή της περιουσιακής διαδρομής είναι τα μόνα εργαλεία που μπορούν να εγγυηθούν μια δίκαιη λύση, μακριά από αυθαιρεσίες και αδικίες.

