Όταν μια ανακριβής πρώτη εγγραφή προσβάλλει το δικαίωμα του αληθούς δικαιούχου και
δεν μπορεί να διορθωθεί με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος , η άσκηση της αγωγής του
άρθρου 6 παρ. 2 καθίσταται μονόδρομος.
Η αγωγή αυτή έχει διπλό χαρακτήρα αφενός έχει ένα αναγνωριστικό-διεκδικητικό
σκέλος καθώς επιδιώκεται η αναγνώριση του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος
(κυριότητα, δουλεία κ.λπ.) ή η απόδοση του ακινήτου και αφετέρου ένα διορθωτικό σκέλος,
διότι επιδιώκεται η καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως ή η έκδοση απόφασης
που θα αποτελέσει τον τίτλο για τη διόρθωση της εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο.
Σε αντίθεση με την κοινή διεκδικητική αγωγή του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 1094), η αγωγή του
άρθρου 6 παρ. 2 στρέφεται κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολόγιο ως δικαιούχου, ανεξάρτητα
από το αν αυτός κατέχει υλικά το ακίνητο.
Η άσκηση της αγωγής διέπεται από αυστηρούς δικονομικούς κανόνες, η παράλειψη
των οποίων οδηγεί σε απαράδεκτο:Αρχικά, πρέπει να ασκηθεί εντός της προθεσμίας που ορίζει ο
νόμος και η πάροδος της προθεσμίας αυτής οδηγεί στην οριστικοποίηση της εγγραφής.Περαιτέρω,
η αγωγή πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να καταχωρηθεί στο κτηματολογικό φύλλο του
ακινήτου εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της (άρθρο 12 παρ. 1 περ. ια). Η εγγραφή αυτή
ενημερώνει κάθε τρίτο για την υφιστάμενη εκκρεμοδικία και «στεγανοποιεί» το ακίνητο από την
προστασία του καλοπίστου τρίτου.
Αρμόδιο για την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της
τοποθεσίας του ακινήτου, το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.
Στη δίκη αυτή, το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται λόγω του μαχητού τεκμηρίου.Ο
ενάγων οφείλει να αποδείξει τον δικό του τρόπο κτήσης κυριότητας (παράγωγο ή πρωτότυπο).
Εάν ο ενάγων επικαλείται παράγωγο τρόπο, πρέπει να ανατρέξει σε σειρά τίτλων
20ετίας, εκτός εάν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων ενώ εάν
επικαλείται χρησικτησία, η απόδειξη καθίσταται δυσχερέστερη στο Κτηματολόγιο, καθώς
απαιτείται η κατάθεση στοιχείων που να αποδεικνύουν τη νομή κατά τον χρόνο της
κτηματογράφησης (π.χ. Ε9, ένορκες βεβαιώσεις, τοπογραφικά).
Σε πολλές περιπτώσεις, η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου , ειδικά όταν το
ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως «Αγνώστου Ιδιοκτήτη» ή το Δημόσιο προβάλλει δασικά
δικαιώματα.Εδώ ισχύουν οι ειδικές διατάξεις περί δασικών εκτάσεων και το τεκμήριο κυριότητας
του Δημοσίου, το οποίο ο ιδιώτης καλείται να ανατρέψει αποδεικνύοντας τίτλους που ανάγονται
στο οθωμανικό δίκαιο ή σε χρησικτησία συμπληρωθείσα έως το 1915.
Η τελεσίδικη ή αμετάκλητη, αναλόγως της περίπτωσης απόφαση που δέχεται την αγωγή
αποτελεί το νόμιμο έρεισμα για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.Η διόρθωση αυτή ενεργεί
αναδρομικά (ex tunc), δηλαδή ο ενάγων θεωρείται κύριος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του
Κτηματολογίου στην περιοχή.Όλες οι μεταγενέστερες εγγραφές που στηρίχθηκαν στην
ανακριβή πρώτη εγγραφή (π.χ. μια πώληση από τον ψευδοδικαιούχο ενώ εκκρεμούσε η αγωγή)
καταρρίπτονται, εφόσον η αγωγή είχε εγγραφεί εμπρόθεσμα στο κτηματολογικό φύλλο.
Η αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 αποτελεί την έσχατη γραμμή άμυνας του ιδιοκτήτη
απέναντι στην «τυραννία» της λανθασμένης εγγραφής. Παρά τη δυσκίνητη φύση της και τις
αυστηρές δικονομικές προϋποθέσεις, παραμένει το μοναδικό εργαλείο που μπορεί να διαγνώσει
με δύναμη δεδικασμένου την ουσία του δικαιώματος.
Σε ένα σύστημα που ρέπει προς την τυπολατρία της πληροφορίας, η δικαστική κρίση
μέσω της αγωγής αυτής επαναφέρει την ισορροπία μεταξύ της τυπικής δημοσιότητας και της
ουσιαστικής δικαιοσύνης, διασφαλίζοντας ότι η ασφάλεια των συναλλαγών δεν θα επιτευχθεί εις
βάρος της αληθούς έννομης τάξης.__

