Η γεωμετρική βάση του Κτηματολογίου συνιστά το χωρικό υπόβαθρο επί του οποίου
«εδράζονται» τα εμπράγματα δικαιώματα. Η ανακρίβεια των γεωμετρικών στοιχείων (όρια,
σχήμα, εμβαδόν) αναιρεί την αρχή της ειδικότητας του ακινήτου και καθιστά τη μεταβίβασή
του νομικά επισφαλή ή αδύνατη.
Το Κτηματολόγιο, αναγνωρίζοντας τις ατέλειες των διαφορετικών μεθόδων
αποτύπωσης , εισάγει την έννοια της τεχνικής ανοχής. Η «αποδεκτή απόκλιση» λειτουργεί ως
ένα νόμιμο όριο εντός του οποίου η γεωμετρική ανακρίβεια δεν παράγει έννομα
αποτελέσματα. Εάν η διαφορά εμβαδού μεταξύ τίτλου και κτηματολογικής εγγραφής εμπίπτει σε
αυτό το όριο, η εγγραφή θεωρείται ισχυρή και ακριβής για τη σύνταξη συμβολαίων. Μόλις η
απόκλιση υπερβεί το τεχνικό αυτό κατώφλι, ενεργοποιείται η υποχρέωση διόρθωσης. Η μη
διόρθωση συνεπάγεται την αδυναμία έκδοσης Πιστοποιητικού Κτηματογραφούμενου Ακινήτου
(ΠΚΑ) ή την άρνηση καταχώρισης της πράξης από τον Προϊστάμενο.
Η διοικητική διόρθωση αποτελεί μια οιονεί δικαιοπρακτική ρύθμιση των ορίων. Η έγγραφη
συναίνεση των ομόρων ιδιοκτητών, των οποίων τα δικαιώματα επηρεάζονται από τη μεταβολή,
είναι απαραίτητη. Η συναίνεση αυτή δεν αποτελεί μεταβίβαση, αλλά αναγνωριστική δήλωση
περί της ορθής οριοθέτησης. Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου ασκεί έλεγχο
νομιμότητας επί του Διαγράμματος Γεωμετρικών Μεταβολών (ΔΔΓΜ). Η απόφασή του για
διόρθωση επιφέρει την άμεση ενημέρωση της κτηματολογικής βάσης, παράγοντας
αποτελέσματα έναντι πάντων.
Όταν η συναίνεση των ομόρων ελλείπει ή όταν υφίσταται άρνηση του Προϊσταμένου, η
διαφορά μεταφέρεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδικάζεται κατά την διαδικασία της
εκούσια δικαιοδοσίας, γεγονός που επιτρέπει στον Δικαστή να αυτενεργεί αποδεικτικά. Η δίκη του
άρθρου 19 δεν επιλύει την κυριότητα. Εάν ο γείτονας αμφισβητήσει την κυριότητα επί της
εδαφικής λωρίδας, ο Δικαστής οφείλει να απορρίψει την αίτηση και να παραπέμψει τα μέρη στην
τακτική διαδικασία. Η απόφαση επί του άρθρου 19 διατάσσει μόνο τη γεωμετρική μεταβολή
βάσει των προσκομιζόμενων τεχνικών στοιχείων.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η γεωμετρική ανακρίβεια είναι το σύμπτωμα μιας
βαθύτερης ιδιοκτησιακής διαφοράς. Ο ενάγων οφείλει να σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο το αίτημα
για αναγνώριση κυριότητας επί του επίδικου τμήματος και το αίτημα για γεωμετρική διόρθωση
(μετατόπιση ορίων). Η αγωγή πρέπει να συνοδεύεται από Διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών, το
οποίο έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά και έχει λάβει «Κωδικό Ηλεκτρονικού Διαγράμματος» (ΚΗΔ),
διασφαλίζοντας ότι η δικαστική απόφαση θα είναι τεχνικά εφαρμόσιμη από το Κτηματολόγιο.
Η καθιέρωση του ΔΔΓΜ ως υποχρεωτικού εγγράφου για κάθε γεωμετρική μεταβολή
αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα του συστήματος. Το διάγραμμα ελέγχεται ψηφιακά ως προς τη
«γεωμετρική του συνέπεια» (π.χ. αν κλείνουν τα πολύγωνα, αν υπάρχει επικάλυψη με άλλα
ακίνητα) και η ψηφιοποίηση ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο ανθρώπινου λάθους κατά την καταχώριση
και επιτρέπει την άμεση εποπτεία της χωρικής πληροφορίας από τον Φορέα.
Η διόρθωση των γεωμετρικών στοιχείων δεν αποτελεί μια περιφερειακή διαδικασία του
Κτηματολογικού Δικαίου, αλλά τη βασική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της
ιδιοκτησίας. Στο σύγχρονο Κτηματολόγιο, η κυριότητα δεν ορίζεται πλέον μόνο από τον τίτλο,
αλλά και από τις συντεταγμένες στο εθνικό δίκτυο προβολής (ΕΓΣΑ ’87). Η γεωμετρική
ακρίβεια αποτελεί το «σώμα» του δικαιώματος. Ο νομικός παραστάτης καλείται να λειτουργήσει
ως γέφυρα μεταξύ της νομικής ερμηνείας των τίτλων και της τεχνικής αποτύπωσης των μηχανικών,
διασφαλίζοντας ότι η χωρική ταυτότητα του ακινήτου είναι αδιαμφισβήτητη. Η ασφάλεια των
συναλλαγών εξαρτάται πλέον εξίσου από την ορθότητα της εγγραφής στο φύλλο και την ακρίβεια
της γραμμής στον χάρτη.__

